Ρημάζει τη ζωή μας η “είδηση”, ζούμε την απόλυτη παρακμή μεταποιημένη σε εντυπώσεις.  Το ένα σκάνδαλο διαδέχεται το άλλο και η κοινή παραδοχή είναι ότι βρισκόμαστε ακόμη στην κορυφή του παγόβουνου.  Πώς και γιατί παγιδευτήκαμε σε αυτόν τον νυχθήμερο βασανιστικό αυτοεξευτελισμό μας, δύσκολο να το ανιχνεύσει κανείς.  Αυτό που μοιάζει βέβαιο είναι η βεβαιότητα της ατιμωρησίας.  Κανείς από όσους έχουν συλληφθεί ή κατηγορηθεί δεν μπορούσε να διανοηθεί πως ήταν ποτέ δυνατό να τον αγγίξει ο νόμος, να φτάσει η δικαιοσύνη στα άδυτα της αναίσχυντης παντοδυναμίας του.  ΣΑΠΑ, ΧΥΤΑ, ΧΥΤΥ, Ελικόπτερα, Δρομολαξιά, ο κατάλογος μεγάλος, δυσανάλογος με τη μικρή μας πατρίδα.

Η αναίδεια και το θράσος με το οποίο καταχράζονταν δημόσιο χρήμα και επιβάρυναν – χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό – τους πολίτες καταδεικνύει μια αυτοπεποίθηση, την εμπιστοσύνη τους σε ένα σύστημα που καταρρέει ότι θα τους εξυπηρετήσει.  Αυτή, η ίδια η αβεβαιότητα της ατιμωρησίας είναι δυστυχώς αυτονόητη σε πολλαπλά επίπεδα, από τις εκβιαστικές δωροληψίες που έχουν καθιερώσει επίορκοι δημόσιοι λειτουργοί, της καταλήστευσης του κοινωνικού χρήματος από κόμματα, εργολήπτες του δημοσίου μέχρι και της παράνομης στάθμευσης και παραβίασης των σημάτων τροχαίας.  Είναι ισχυρή και σημαντική η σημασία των απλών παραδειγμάτων.  Η αυτονόητη ατιμωρησία έστω και αυτών των τροχαίων παραβάσεων έχει τεράστια ψυχολογική δυναμική.  Βεβαιώνει, ασυνείδητα αλλά εδραιωμένα, τον πολίτη ότι στη χώρα του η ανομία είναι καθεστώς:  κοινά παραδεκτή και δίχως συνέπειες.  Την ίδια ψυχολογική βεβαιότητα εδραιώνει στον πολίτη και η ανομία που επικρατεί στις δημόσιες υπηρεσίες και στα “φακελάκια” των γιατρών.

Μέχρι πού σταματά όμως αυτή η ατιμωρησία;  Ο πνιγμός της απελπισίας που βασανίζει μεγάλο μέρος της κοινωνίας σήμερα γεννιέται κυρίως από την ολοκληρωτική απουσία λογικής της ελπίδας, την απόσβεση κάθε λογικής, την βεβαιότητα ότι δικαιοσύνη δεν θα αποδοθεί.  Τουλάχιστον όχι ουσιαστικά και ριζικά, να αναχαιτισθεί επιτέλους η συντελεσμένη και ακάθεκτα κατηφορική πορεία της απαξίωσης.  

Δεν είναι λύση να φυλακιστούν για λίγα χρόνια ορισμένοι, πρέπει να πληρώσουν και να τιμωρηθούν.  Και η τιμωρία οφείλει να είναι απόδοση δικαιοσύνης.  “Δεν θελω εκδίκηση, θέλω δικαιοσύνη: Να τους πάρει το κράτος τις περιουσίες που απέκτησαν όσο είχαν αξιώματα.  Και να τους δώσει μια σύνταξη πενιχρή, όσοι δίνουν σε μας που λιώσαμε σαράντα χρόνια στη σκληρή δουλεία”.  Αυτά τα λόγια είπε μια γυναίκα που δούλεψε από τα δεκαέξι της μέχρι τα εξήντα της καθαρίστρια σε δημόσιο ίδρυμα.  Η σοφή, ισοζυγιασμένη απαίτηση της βασανισμένης γυναίκας για δικαιοσύνη και όχι για εκδίκηση αποτελεί κατ’εμένα την ουσία.  Με ανεκδικήσεις δεν προχωράμε μπροστά.  Οι ποινικές συνέπειες για τη λωποδυσία κοινωνικού χρήματος και για την αχαλίνωτη, μετά δόλου κατάχρηση θα μπορούσε να συμφωνηθεί να περιοριστούν σε μόνη τη δήμευση των κλαπέντων, την εκποίηση των περιουσιών τους για να αποκατασταθεί η ζημιά του Δημοσίου.  Και να μην γλιτώσει κανείς,να τιμωρηθούν ΟΛΟΙ, να διερευνηθούν όλες οι δημόσιες συμβάσεις των τελευταίων 10 χρόνων τουλάχιστον, να κάνουμε επιτέλους μια νέα αρχή, αλλά αρχή ουσίας!  Να αλλάξουμε κουλτούρα, να καταστούμε επιτέλους κράτος σύγχρονο, όχι στα λόγια αλλά στις πράξεις.

Να είναι απαίτηση όλων μας, να λειτουργήσει η κοινωνική συνοχή.  Oταν ξέρουμε τι συγκεκριμένο ευχόμαστε και είμαστε οι πολλοί που το ευχόμαστε, τότε η ευχή μας γίνεται από μόνη της σάλπισμα και προσταγή. Nαι, τόσο συγκεκριμένα: Nα δημευθούν περιουσίες όσων κακούργησαν ασκώντας εξουσία. Nα το ευχηθούμε σαν επίτευγμα ανθρωπιάς. Eπειδή είναι δείχτης ποιότητας του ανθρώπινου βίου η απόδοση δικαιοσύνης χωρίς εκδικητική εμπάθεια. Aν δεν αποδοθεί δικαιοσύνη, συνετή, νηφάλια, αμερόληπτη, δεν κατορθώνεται συνοχή της κοινωνίας. Kαι δίχως κοινωνική συνοχή αποκλείεται νομοτελειακά η ανάκαμψη, αποκλείεται η ελπίδα για ιστορική επιβίωση.

Tο πρόβλημά μας άλλωστε δεν είναι «να ληφθούν μέτρα», να «βελτιωθούν» οι πολιτικές πρακτικές, να εφησυχάσουμε με την κάποια τιμωρία «αποδιοπομπαίων τράγων, «εξιλαστήριων θυμάτων». Mπορούμε να σωθούμε από τον ιστορικό αφανισμό, τον βυθισμό στο χάος, μόνο αν η κρίσιμη εκλογική μάζα αρνηθεί με συνέπεια την ανεπάρκεια του σημερινού πολιτικού σκηνικού. Tο λαϊκό αίτημα δεν μπορεί να είναι: να αλλάξουν τα πρόσωπα ή έστω και οι συμπεριφορές. Aλλά να αλλάξει ο «τρόπος»: O τρόπος που λειτουργούν τα κόμματα και η Bουλή, που ελέγχεται κοινωνικά ο τηλεοπτικός εξευτελισμός της ποιότητας. Nα αλλάξει ριζικά το εκπαιδευτικό σύστημα, ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, αξιοκρατίας στις Eνοπλες Δυνάμεις, ο εξοβελισμός της κομματικής λέπρας από τον συνδικαλισμό.

Nα σωθεί η γλώσσα, η καλλιέργεια, η ποιότητα, η αριστεία. Aυτό είναι το πολιτικό μας πρόβλημα σήμερα.